Καταραμένοι τόποι…

Καταραμένοι τόποι… Καταραμένοι τόποι, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, υπάρχουν σε όλα τα μέρη του κόσμου και σε αυτούς θρυλείται πως εμφανίζονται στοιχειά, δαιμόνια και φαντάσματα, ενώ άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους.

Κατά τα ερεβώδη χρόνια του Μεσαίωνα, λοιπόν, σ’ ένα σπίτι στο Παρίσι, στο οποίο είχε γίνει μια μυστηριώδης δολοφονία, παρουσιάστηκε το φάντασμα του σκοτωμένου και φανέρωσε τους δολοφόνους του.

Στο σπίτι αυτό είχε εγκατασταθεί μια οικογένεια εργατών, η οποία δεν είχε ιδέα ότι το οίκημα ήταν στοιχειωμένο. Ένα βράδυ, ο νοικάρης, ένας μεσόκοπος εργάτης, κατέβηκε στο υπόγειο για να πάρει κρασί. Έξαφνα, όμως, άκουσε ένα βογγητό. Έκπληκτος τότε έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος που ακουγόταν ο γογγυσμός και είδε ένα σκελετωμένο φάντασμα.

Προσπάθησε να επιβληθεί στον εαυτό του, συγκρατώντας το ανεξέλεγκτο τρέμουλό του. Κρατώντας σφιχτά στο χέρι το λυχνάρι του, για να μην του πέσει και μείνει στο σκοτάδι, οπισθοχώρησε προς την έξοδο του υπογείου, ψιθυρίζοντας κάποια προσευχή.

Αλλά το φάντασμα έβγαλε μια αλλόκοσμη φωνή και του είπε:

Μη φοβάσαι, δε θα σου κάνω κακό. Είμαι το πνεύμα ενός αδικοσκοτωμένου. Με δολοφόνησαν πριν από δέκα χρόνια και με έθαψαν εδώ στο υπόγειο. Δεν μπορώ να ησυχάσω, γιατί οι φονιάδες μου μένουν ατιμώρητοι.

Χωρίς να αρθρώσει λέξη, ο εργάτης ανέβηκε τρέχοντας πάνω στην τραπεζαρία του σπιτιού του και διηγήθηκε στους δικούς του τι είδε και τι άκουσε. Την άλλη μέρα, πήγε και κατήγγειλε τα πάντα στην Αστυνομία. Στην αρχή, οι αστυνόμοι τον θεώρησαν ψυχοπαθή, που είχε παραισθήσεις. Δεν άργησαν, όμως, να πεισθούν πως ο άνθρωπος ήταν εντελώς ισορροπημένος και ότι τους έλεγε την αλήθεια.

Πήγαν, λοιπόν, στο υπόγειο του σπιτιού, έσκαψαν και βρήκαν σε μια άκρη θαμμένο έναν σκελετό. Άρχισαν αμέσως οι σχετικές ανακρίσεις, από τις οποίες προέκυψαν τα εξής:

Δέκα χρόνια πριν, κατοικούσε στο ίδιο αυτό σπίτι ένα αντρόγυνο, το οποίο είχε νοικάρη έναν νεαρό σπουδαστή, αρκετά εύπορο. Φαίνεται, λοιπόν, πως μια νύχτα, ο σύζυγος, βοηθούμενος από τη γυναίκα του, σκότωσε τον νεαρό, για να του πάρουν τα χρήματα και έθαψαν το πτώμα του στο κελάρι.

Κανένας δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Όλοι νόμισαν πως ο σπουδαστής είχε μετακομίσει. Όταν, μάλιστα, ανησύχησαν για την εξαφάνισή του οι φίλοι του και ρώτησαν τους σπιτονοικοκυραίους του, αυτοί έδειξαν τάχα μεγάλη λύπη και απορία που χάθηκε έτσι ξαφνικά “ένα τόσο καλό παιδί, που έφυγε χωρίς να τους ειδοποιήσει και δίχως να τους πληρώσει τα δύο τελευταία μηνιάτικα που τους χρωστούσε!”

Έτσι, ξεγελάστηκε ακόμα και η Αστυνομία, που πραγματοποιούσε έρευνες για τον εντοπισμό του. Και σιγά-σιγά, η υπόθεση ξεχάστηκε…

Ποτέ δε θα αποκαλυπτόταν το έγκλημα, αν δεν εμφανιζόταν το ίδιο το φάντασμα του δολοφονημένου να φανερώσει τους κακούργους. Κατόπιν αυτού, οι φονιάδες συνελήφθησαν, ομολόγησαν την αποτρόπαια πράξη τους, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ισόβια ειρκτή.

Εκτός από τα στοιχειωμένα σπίτια, φαίνεται ότι υπάρχουν και σπίτια καταραμένα και τόποι ακόμα πιο καταραμένοι, όπου γίνονται μοιραίως αλλεπάλληλες αυτοκτονίες και φονικά. Δηλαδή, δεν πρόκειται εδώ περί στοιχειωμένων τόπων, αλλά περί τοποθεσιών όπου παραμονεύει ο θάνατος.

Στο Δάσος της Βουλώνης, την εποχή του Μεγάλου Ναπολέοντα, υπήρχε ένα στρατιωτικό φυλάκιο, του οποίου όλοι οι σκοποί αυτοκτονούσαν μυστηριωδώς. Οποιονδήποτε στρατιώτη κι αν τοποθετούσαν εκεί, τον έβρισκαν το πρωί νεκρό. Τη νύχτα έδινε τέλος στη ζωή του, τινάζοντας τα μυαλά του στον αέρα.

Ο Μέγας Ναπολέων, όταν πληροφορήθηκε την παράδοξη αυτή σύμπτωση, διέταξε να κάψουν συθέμελα το φυλάκιο και να μη μείνει ίχνος του. Η διαταγή εξετελέσθη αμέσως και κανένας στρατιώτης δε σκοτώθηκε πια σε εκείνο το σημείο.

Αλλά και στο Μέγαρο των Απομάχων συνέβαιναν αλλεπάλληλες αυτοκτονίες, πάντα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και πάντα στο ίδιο ακριβώς μέρος. Οι αυτόχειρες βρίσκονταν απαγχονισμένοι στο δοκάρι της ίδιας πάντα πόρτας, την ίδια πάντα στιγμή. Την αρχή την είχε κάνει ένας γέρος παράξενος και μελαγχολικός και μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες, άλλοι δώδεκα απόμαχοι τον μιμήθηκαν.

Τότε, ο Διοικητής των Απομάχων διέταξε να χτίσουν αυτήν την καταραμένη πόρτα, όπως την έλεγαν, κι έκτοτε δεν ξανασυνέβη τίποτε παρόμοιο.

Στη Νέα Υόρκη, πάλι, υπήρχε, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ένα μοιραίο και τραγικό παγκάκι στο περίφημο Σέντραλ Παρκ. Οι άνθρωποι το αποκαλούσαν το “παγκάκι των αυτόχειρων”, γιατί σε αυτό είχαν αυτοκτονήσει πενήντα δύο άτομα μέσα σε δύο χρόνια!

Οι φύλακες του πάρκου, μετά την αυτοκτονία ενός δεκαπεντάχρονου αγοριού, το έριξαν στη φωτιά και δεν ξαναέβαλαν άλλο στη θέση του.

Εκτός από την καταραμένη γέφυρα Μπομόν του Παρισιού, που πλήθος ανθρώπων κατακρημνίζονταν από τα κιγκλιδώματά της, υπήρχε κι ένα άλλο σπίτι στη Γαλλία, το περιβόητο Σπίτι του Σαμπερί, στο οποίο είχαν διαδραματιστεί άγρια φονικά και τραγικές αυτοκτονίες.

Στο ισόγειο αυτού του μακάβριου σπιτιού ήταν άλλοτε ένα καφενείο, στο οποίο εργαζόταν ένας νέος, αρραβωνιασμένος με μια χαριτωμένη κοπέλα. Ήταν και οι δυο τους ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι. Έξαφνα, όμως, και χωρίς καμία προφανή αιτία, ο νεαρός έγινε ευερέθιστος και νευρικός και μια μέρα σκότωσε την αγαπημένη του για ασήμαντη αφορμή μέσα στο καφενείο.

Λίγες μόλις μέρες μετά το φονικό, η κυρία Ντιπρέ και η κόρη της, που διέμεναν στον πρώτο όροφο του κτιρίου, έδωσαν τέλος στη ζωή τους, χωρίς ποτέ να καταλάβει κανείς το γιατί.

Επίσης, ένας Αμερικανός που έμεινε εκεί για μερικούς μήνες, κατέσφαξε τους δύο φίλους του. Όταν τον συνέλαβαν, δήλωσε στην Αστυνομία πως “απλώς είχε νιώσει μια ακαταμάχητη επιθυμία να τους σκοτώσει, χωρίς να ξέρει τον λόγο, σαν κάποιος άλλος να καθοδηγούσε το χέρι του”.

Τέλος, στο τελευταίο πάτωμα, μια παλιά νοικάρισσα, μια ήσυχη γεροντοκόρη ηλικίας 70 ετών, η κυρία Φαντό, πέθανε λίγο αργότερα.

Ως την ύστατη στιγμή της, η δεσποινίς Φαντό, που ζούσε μια πολύ ήσυχη και μονότονη ζωή, δεν επέτρεπε σε κανέναν να μπει στη σοφίτα της, της οποίας είχε πάντοτε επάνω της το κλειδί, περασμένο από μια αλυσίδα στον λαιμό της.

Όταν πέθανε, λοιπόν, οι υπόλοιποι ένοικοι άνοιξαν την πόρτα της σοφίτας και μπήκαν μέσα. Ευθύς, όμως, τους έπνιξε μια βαριά οσμή ναφθαλίνης. Προχώρησαν, ωστόσο, και είδαν έντρομοι ένα μικρό φέρετρο σε μια γωνιά. Το άνοιξαν και βρήκαν μέσα σ’ αυτό, ανάμεσα σε άφθονη ναφθαλίνη, το πτώμα ενός βρέφους!

Μόλις προσπάθησαν να το βγάλουν έξω από την κάσα, το μικρό πτώμα σκόρπισε σε σκόνη. Ο ιατροδικαστής, τον οποίο κάλεσαν επιτόπου, δήλωσε ότι το βρέφος εκείνο είχε πεθάνει πριν από 25 χρόνια περίπου, ότι είχε γεννηθεί ζωντανό και έπειτα το σκότωσαν!

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 04/02/1932…

Κοινοποιήστε το!
FacebookTwitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: